ασκάλαφος

Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Βασιλιάς των Μινυών του Ορχομενού, γιος του Άρη και της Αστυόχης. Μαζί με τον αδελφό του Ιαλμενό, ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ελένης. Έλαβε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία και στον Τρωικό πόλεμο. Αντιμετώπισε γενναία τη βασίλισσα των Αμαζόνων Πενθεσίλεια, αλλά σκοτώθηκε από τον Τρώα Δηίφοβο. 2. Μορφή της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, είδος χθονίου δαίμονα, γιος του Αχέροντα και μιας Νύμφης. Ο Α. βρισκόταν στον κήπο του Άδη, όταν η Περσεφόνη έφαγε ένα σπυρί από το ρόδι που της είχε δώσει ο Πλούτων κι αυτός μαρτύρησε την πράξη της αυτή, που σήμαινε ότι θα έμενε για πάντα στον Κάτω Κόσμο. Η Δήμητρα τιμώρησε γι’ αυτό τον A., μεταμορφώνοντάς τον σε πουλί. Σύμφωνα με άλλο μύθο, η Δήμητρα κύλησε πάνω στον A. μια πελώρια πέτρα από την οποία τον ελευθέρωσε o Ηρακλής, όταν κατέβηκε στον Άδη, και τότε η Δήμητρα τον μεταμόρφωσε σε πουλί.
* * *
ἀσκάλαφος, ο (Α)
όνομα πουλιού (πιθ. κουκουβάγια).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ο παράλληλος, χωρίς αρχικό φωνήεν τ. κάλαφος οδηγεί στην υπόθεση αποδοχής ενός προθετικού α -στον τ. ασκάλαφος. Όσον αφορά στο επίθημα -φο-ς, που απαντά σε πολλά ονόματα ζώων ή πτηνών (πρβλ. έριφος, έλαφος, κόσσυφος), ανάγεται σε ΙΕ. επίθημα -bho-, που με τη σειρά του είχε προήλθε < ΙΕ. ρίζα *bhā- «λάμπω, φέγγω» (πρβλ. αρχ. ινδ. bhāti) είχε σχηματίστηκε από λέξεις με ριζικό -bh].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἀσκάλαφος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκάλαφος — owl masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσκαλάφοιο — Ἀσκάλαφος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαλάφοιο — ἀσκάλαφος owl masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσκαλάφου — Ἀσκάλαφος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαλάφου — ἀσκάλαφος owl masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσκαλάφῳ — Ἀσκάλαφος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαλάφῳ — ἀσκάλαφος owl masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσκάλαφοι — Ἀσκάλαφος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκάλαφοι — ἀσκάλαφος owl masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.